Σάββατο, 6 Ιανουαρίου 2018

Δυό Καστανιές



Δυο Καστανιές

Από όσο θυμάμαι τον εαυτό μου, είχα πάντα μια αγάπη για τα φυτά κάθε είδους, δίχως να γνωρίζω εάν αυτό ήταν έμφυτό ή λόγω του γεγονότος ότι μεγάλωσα σε ένα σπίτι γεμάτο φυτά ή γιατί μάζευα άγουρα φρούτα για να ξεγελάσω την πείνα μου. Αργότερα πια σε άλλη ζωή, τα μάζευα με παρέα γιατί έσπαγα πλάκα με τον παππού ενός φίλου, ιδιοκτήτη μιας κορομηλιάς , γιατί του μαγαρίζαμε το δέντρο, όπως έσκουζε, κι έβγαινε με το λάστιχο κι μας κατέβρεχε κι άλλες φορές μας παραφύλαγε με τη σφεντόνα στο χέρι. Δόλιε γέρο! Για εμάς ήταν παιχνίδι (ίσως και μύχια για εσένα), μα τι χαρά να σκαρφαλώνουν παιδιά στο δέντρο σου κι να γελούν κι ας κοιλοπονούσαν αργότερα από τα άγουρα κορόμηλα. 
Έχουν μια δικιά τους ομορφιά τα φυτά. Η διάταξη των φύλλων προσδιορίζεται ατομικά, φυλλοταξία αν θυμάμαι καλά ορίζεται από την Βοτανική πρώτης Γυμνασίου του ενεννήντα, τότε που μας φόρτωναν με (άχρηστες;) γνώσεις κι από τότε κάθε φυτό που συναντούσα το έβλεπα με το δικό μου μάτι.
Εκεί που μεγάλωσα υπήρχε δίπλα σε ένα έλος, (υπόλειμμά πλημμύρας μουσώνων ήταν), μια γενναία ακακία. Κάθε χρόνο γέμιζε κόκκινα άνθη, τα οποία έριχνε έπειτα από λίγες εβδομάδες γεμίζοντας τον τόπο μενεξεδένιες κλωστές. Δε μπορώ να θυμηθώ πόσο γηραιά μπορεί να ήταν, όταν είσαι μικρός όλος ο κόσμος και τα πάντα όλα του σου φαίνονται μεγάλα, όμως χάρη σε αυτό το δέντρο άρχισα να πιστεύω πως αξίζω κι εγώ κάτι λίγο σε τούτο τον κόσμο. «Δεν μπορείς να σκαρφαλώσεις στο δέντρο!» μου έλεγαν οι «φίλοι» μου, σα δοκιμασία μιας παιδικής ενηλικίωσης για να επισφραγίσουν τη δική μου ανικανότητα και τη δική τους υπεροχή. ]
Τότε την κοίταξα για πρώτη φορά την ακακία, παρά το γεγονός πως την έβλεπα κάθε μέρα που ξυπνούσα τα χαράματα στην ψάθα μου να με χαιρετάει. Τεράστιο δέντρο κι εγώ τόσο μικρός. Μα κάτι πείσμωσε μέσα μου. Κάτι τόσα δα μικρό, σα το μπόι που είχα τότε κι έβγαλα τις σαγιονάρες μου, αγκάλιασα τον τεράστιο κορμό της κι άρχισα να σκαρφαλώνω επάνω της. Το πόσο «μεγάλος» ήταν κάποιος οριζόταν από το πόσο ψηλά σκαρφάλωνε επάνω της κι έβαλα στο δικό μου το μυαλό φτάσω ψηλότερα. Και το ‘κανα. Κι εκεί που απολάμβανα το μικρό μου θρίαμβο, έσπασε το κλαδάκι της μικρής μου ακακίας πέφτοντας στο έλος που τελικά με έσωσε.
Κράτησε λίγο ο θρίαμβος, τόσο όσο χρειαζόταν για να γίνω πάλι ο περίγελος μέσα στη λάσπη, όσο τόσο για να καταλάβω πως ίσως κάτι να άξιζα σε τούτη τη ζωή. Θα μπορούσε να γίνει θαρρώ το μνημείο του περίγελού μου, μα πέρασα αργότερα ώρες συντροφιά μαζί της, να της χαϊδεύω το φλοιό, να ψαρεύω δίπλα της, να νοιώθω πως υπάρχω κι να κλάψω βουβά, όταν μετά από πολλά χρόνια βρέθηκα στον τόπο να υπάρχει πια.
Σε εκείνο το σημείο υπήρχε μονάχα μια γκρίζα πολυκατοικία.
Και μια μέρα γνώρισα την Καστανιά. Κατέβηκα από το τρένο πηγαίνοντας να δω ένα νέο σπίτι, σε μια νέα πόλη, μιας ξένης χώρας. 
Την είδα από τη πλατφόρμα, βγαίνοντας από το βαγόνι. Υπέροχη. Όμορφη. Συμμετρική. Αγέρωχη. Ανάμεσα σε μια τεράστια λεωφόρο κι ενός μικρότερου πάρκου. Έμπαινε Φθινόπωρο κι γέμισε κάστανα ο δρόμος κι το κεφάλι μου. Λάτρευα κι λατρεύω τα κάστανα! «Α! ωραία άμα πεινάσω θα στήσω μια Φουφού», σκεφτόμουν, μα δεν ήξερα πως τα κάστανα ετούτα δεν τρώγονται! Σα τότε, που ήρθα στην Ελλάδα και μου συστήσανε τη Ελιά. Ελιά είχε κι εκεί που μεγάλωσα. Λάδι για το σώμα την έκαναν, για τα κρύα, να μην σκάει το δέρμα κι τουρσάκι που μ’ άρεσε.
Χάρηκα κι εγώ, μια γεύση μνήμης σε ξένο τόπο, κι έκοψα κι δάγκωσα μια άγουρη πράσινα ελιά. Φτου! Πίκρα! Άλλα μέρη, άλλες ελιές, άλλοι άνθρωποι.
Μα είναι όμορφη ετούτη η καστανιά! «Μανιτάρι» η κορμοστασιά της! Ένας κορμός θεόρατος με καλοσχηματισμένα κλαδιά κι παρακλάδια, ένα γιγανγκένιο «μπονσαϊ».
Σα ζύγωσε δε η άνοιξη πρασίνισε και το καλοκαίρι χάρμα οφθαλμών το πόσο ηδονικά σε καλωσόριζε να αποστασιοποιηθείς στην τέλεια σκιά της. Και πλησίασα εκείνη τη μέρα στο παραθύρι του σπιτιού που θα νοίκιαζα και χάρηκα που είχε μεγάλο κήπο με τεράστιο δέντρο! «Τι δέντρο είναι τούτο;, ρώτησα. «Καστανιά!», μου είπαν. Κι απογοητεύτηκα γιατί καμιά σχέση δεν είχε με εκείνη που συνάντησα πρότερα. 
Μεγαλωμένη και τούτη, μα σε χώρο στενάχωρο να την βλέπουν οι γείτονες μιας περιορισμένης αυλής. Την φωτογράφιζα κάθε πρώτη του μήνα αφού αποφάσισα να μείνω στο σπίτι, για τους δικούς μου πρακτικούς λόγους, να δω τι έχει να μου πει! Και την είδα με κιτρινισμένα φύλλα, να τα ρίχνει μετέπειτα στην αυλή και να την βρωμίζει. (Τι να έκανε η δόλια, δεν ανήκε στην δημόσια περιουσία να φροντίζεται εβδομαδιαία) Μια φορά το μήνα ερχόταν το συνεργείο να σκουπίζει την αυλή σα «κοινόχρηστα» κι ας μην πατήθηκε ποτέ η αυλή επειδή είναι « a priori» ανήλια.. Έπειτα έμεινε γυμνή, αποσκελετωμένη, άσχημη. Έναν κοντό-χοντρο κορμό ανέπτυξε, με πέντε ατσούμπαλες αναπτύξεις κι ισχνά κλαδιά που δεν τολμούν να σε ακουμπήσουν αθυρόστομα στην πόρτα.
Την άλλη την έβλεπα κάθε μέρα εκείνη την καστανιά, στην ρουτινιάρικη διαδρομή μου, στη δουλειά. Ακόμα και με γυμνό πράσινο, ήταν υπέροχη! Ακολουθία «Φιμπονάτσι» η ομορφιά της. Ενώ η άλλη, στην αυλή…Άχαρη. Άτεχνη. Άσχημη. 
Κι έριξε ξανά τα φύλλα της η καστανιά της αυλής μου φέτος καθώς το ορίζει η φύση της Και σκίουροι ξετρυπώνουν από τις κουφάλες που έχει. Και λαγοί τρέχουν στα απομεσήμερά της. Κοράκια, καρακάξες κι ασχημοπούλια, όλα τα χαιρέτισε η καστανιά μου κι έριξε τους καρπούς της όπως της ορίστηκε και τα ταίζει
Δεν είναι όμορφη η καστανιά μου. Ουδέποτε θα τη μνημονεύουν ως την όμορφη,
σαν την άλλη που συνάντησα στο διαβά μου!Μοναχά εγώ. Που την γνώρισα μέρα με τη μέρα σε όλη της τη γύμνια κι άσχημη ομορφία της. Νοίκιασα που βλέπετε ένα όνειρο
σε δύο επι δύο και μέσα σε τούτο γερνάω. Σα την αυλή που φύτεψαν την καστανία μου κι όπως αυτήν, έτσι κι εγώ μεγάλωσα στο όσο μου επιτράπηκε στην αυλή της ζωής.

Σάββατο, 30 Δεκεμβρίου 2017

Λαδοκούλουρα

Λαδοκούλουρα





- Ταγγίζει ο έρωτας ρε γιαγιά;, τη ρώτησα μια μέρα που καθόμουν στο σαλόνι της και παρακολουθούσαμε την αγαπημένη της σειρά.

- Αν ταγγίζει λέει; Βαϊ, βαϊ!Τι τονε θωρρείς τον έρωτα; Λάδι είναι και φαγί κάνεις δίχως λάδι; Ούχι! Έτσι κι η ζωή η ριμάδα, θέλει έρωτα. Μα σα το αφήκεις κι δεν το φροντίκεις, ταγγίζει δαύτο. Ίτσι κι ο έρωτας. Φροντίδα τονε θέλει. Να το ‘νε φυλάξεις, να τον τονε φροντίσεις. Άμε τα κάνεις ούλα δαύτα, κρατά τονε βρε γιαβρί μου κι ας λένε ούλοι πως έχει ημερομηνία λήξεως. Μα σε θωρρώ…ερωτεύτηκες τζιέρι μου;, και γελάσανε τα χείλια της. Χαχαχα! , έκανε. Έγινε αντρίκος το καμάρι μου! Αϊ! Για κατέβασε τη σκάφη. Λαδοκούλουρα με μύρισαν, να με πεις και να σε πω για το λάδι και τον έρωτα.

Ανέβηκα κι εγώ στην καρέκλα κι κατέβασα την πήλινη σκάφη από το ντουλάπι. Η λεκάνη των στεναγμών την έλεγε κι έτσι με έμαθε να την λέω. Προίκα της η σκάφη. Διπλοφουρνιστή. Σε αυτήν ζύμωνε η μάνα της, αγορά από  μια Λαρισαία, σε πανηγύρι της Αγίας Φωτεινής στη νέα πια Σμύρνη. «Βαστά βρε η ψυχή του ανθρώπου. Νέες ελπίδες, νέα όνειρα. Σα στάρι σε σκατό, βρε! Ξαναφυτρώνει. Μα σα σταματήσεις να ελπίζεις, τι σ’ απέμεινε βρε γιαβρί μου;», μου έλεγε στα σκοτάδια μου η κυρά Μάρω. «Σε τούτη τη σκάφη, τα έχω πει ούλα. Τσι χαρές μου κι τσι λύπες μου. Ούλα τα ξέρει τούτη!»

- Θα μου την δώσεις προίκα γιαγιά;»
- Γιατί βρε δόλιε, θες προίκα; Ενός άντρα προίκα βρε, είναι ο λόγος του κι η λεβεντιά του. Αλίμονο σε μας τσι γυναίκες. Μήτε ο λόγος μας περνά μήτε η λιαλιά μας. Μα σα θέλουμε, Πυρ, Γυνή και Θάλασσα…Χαχαχα! Μα σα τη νέ θέλεις, ποιος νε μωρέ θα την πάρει; Ο Πιγκουϊνος; Εσύ μονάχα θα την ‘κτιμήσεις…Για πε μου τώρα. Λάδι ο έρωτας ή σπορέλαιο σα του Μάρκου, που το πουλάει και καλά για ανόθευτο;

Για τη γιαγιά μου, λάδι θεωρούσε μόνο το ελαιόλαδο. Με αυτό μαγείρευε, με αυτό τηγάνιζε, με αυτό άναβε το καντήλι και με αυτό πασαλειβόταν κάθε βράδυ, διατηρώντας τη φρεσκάδα του προσώπου της. Όσον αφορά τον «Πιγκουϊνο», δεν ήταν άλλη παρά η δεύτερη γυναίκα του θείου μου. Ένα κι πενήντα με το ζόρι. Ποτέ δεν την χώνεψε η κυρά Μάρω. «Μα να ‘χει ο άντρας της μαγαζί και να μην το «τρέχει»; Πφ! Νοικοκυρά θέλει να είναι. Εγώ μπρε και το μαγαζί κρατούσα, και το σπίτι και τα βράδια μπρε έραβα κιόλας!» Κι όντως η κυρά Μάρω, όλοι είχαν να λένε για την νοικοκυροσύνη και την προκοπή της. «Νυχτοπούλι» τη φώναζε ο κυρ Γιάννης, γείτονας στο διπλανό σπίτι που την άκουγε να ξυπνά στις τρεις τα ξημερώματα να φέρνει βόλτα το σπίτι της όλο, να μαγειρέψει και να κατέβει μετά να βοηθήσει στις δουλειές του φούρνου μας.

Κάθε πρωϊ σα περνούσα από το μαγαζί πριν το σχολείο πρώτη θα την καλημέριζα με ένα φιλί, ανταμώνοντας την, είτε πάνω από τη ζύμη της τυρόπιτας, είτε πίσω από το ταμείο και φωτιζόταν ολάκερο το πρόσωπο της και το δικό μου μαζί. Πάλι η ίδια τελετουργία κάθε μεσημέρι σα γύριζα από το σχολείο, να περιμένει το φιλί της και να της πω τα νέα μου, τους βαθμούς μου κι όλα της τα έλεγα, μυστικά ποτέ της δεν κράτησα, μονάχα ένα, μα κι εκείνο το ‘ξερε  κι ας μην το ‘λεγε. Σα της παραπονέθηκα μια μέρα πως με πονάει η μέση μου, πήρα μπόϊ απότομα, κι έπρεπε να κάνω φυσιοθεραπείες, εκείνη μου ‘ πε «Κούνια που σε κούναγε μπρε! Άλλα θέλει η μέση να περάσει!» και κοκκίνισα από ντροπή. Έκτοτε κατά την  πρωϊνή τελετουργία, περίμενε πότε θα έφτανα στη στροφή για να βγει στην πόρτα και να φωνάξει: Λεφτά για προφυλακτικά επήρες; Μα το ‘κανε εσκεμμένα η κυρά Μάρω. Να ξεθαρρέψω. Να απενοχοποιήσω τον έρωτα, το σεξ. Να ζήσω, έτσι όπως ορίζει η καρδιά μου γιατί όπως μου έλεγε: «Τη ζωή που δεν ζεις γιαβρί μου, σαράκι γίνεται και σου τρώγει την ψυχή. Μα να ‘σαι έτοιμος τζιέρι μου, σα ο δοσάς της ζωής, σου χτυπήσει νε την πόρτα για όσα επέλεξες να πάρεις, να ‘σαι κύριος και να τονε πληρώσεις, διότι ούλα δανεικά είναι στη ζωή.

- Άντε μη στέκεσαι! Πιάσε το λάδι και μέτρα τρία ποτήρια στη σκάφη, μου είπε. Έπιασα κι εγώ την παλιά  νταμιτζάνα  του παππού, που επίτηδες εκείνη διάλεξε να φυλάει το λάδι και μέτρησα τα τρία ποτήρια ρίχνοντάς τα στη σκάφη. Βούτηξε μια μπουκιά ψωμί στο λάδι η γιαγιά μου και  το δοκίμασε κλείνοντας τα μάτια. «Μμμ, μουρμούρισε. Πέντε χρόνια το κρατώ στην νταμιτζάνα του παππού σου, από όταν σχωρέθηκε κι έχει γεύση ακόμα! Άντε ντε! Τι σε μαθαίνω! Βούτα να δεις τι σε λέω!», με ορμήνευσε και έπιασεα κι εγώ το ψωμί και δοκίμασα το λάδι.

«Το λάδι δοκιμάζεται με ψωμί. Μπαγιάτικο να είναι, ακούς; Το φρέσκο δεν έχει γεύση, δε δένει με το λάδι. Ζυμωτό, με προζύμι, σα τούτο! Να μυρίζει για να σου δείξει το λάδι. Ούλα σου τα λέει. Ρουφιάνος, σα την καρδιά σε ορμηνεύει. Τούτο δώ, σε λέει πως έβρεξε πολύ εκείνη τη χρονιά κι είχε και πυρκαγιά το καλοκαίρι. Κάπνισε η ελιά,  μα οι βροχές του Μάρτη τις μεστώσανε. Δε τα κράτησε ούλα τα άνθη για νάνε παχιές οι ελιές. Ξέρει μπρε η φύση τι κάνει. Ρίχνει τα πολλά τα άνθη για να ζήσουνε πιο λίγα μα πιο καλά. Έτσι κι ο έρωτας γιαβρί μου. Πολλά πλουμίδια δε θέλει. Ερωτεύτηκε κι  η Μαρία της Σταυρούλας, η ανιψιά ντε!, (μου διευκρίνησε που έμενε στο πάνω διαμέρισμα το Βαγγέλη). Χαμό και κακό έκανε να τονε πάρει. Μα έρωτας ήταν τούτος; Τους ακούς κάθε τόσο τι καυγάδες κάνουν. Το γινάτι της ήθελε να κάνει. Να πάει κόντρα στη μάνα της επειδή ήταν από τα Σφακιά και Σφακιανό, δεν ήθελε η μάνα της για γαμπρό. Με τα πολλά τον πήρε τον Βαγγέλη και τούτο σπίτι που μένουμε, προίκα της είναι. Ο Βαγγέλης, χωροφύλακας. Πολλά τα λιλιά της Μαρίας, λεβεντόμορφος είσαν,τι είχε να χάσει; Και κράτησε ένα χρόνο ο έρωτας και τάγγισε μετά. Φοιτήτρια η Μαρία στη Φιλολογική, εμ δε! Εφτά χρόνια έκανε να βγάλει τη σχολή. Μην την κοιτάς τώρα που κάνει την προφεσόρα και δεν μας καταδέχεται να πει καλημέρα. Εμ της το ‘πα της Σταυρούλας τη μέρα του γάμου. Ταγγίζει μαρή, γιατί ο έρωτας δεν θέλει ντουβάρια να στεριώσει κι κατέβασε κάτι μούτρα ίσα με το πάτωμα.»

-Άντε τώρα, στύψε τρία πορτοκάλια! Με διέταξε και υπάκουσα. Πότε πέταγε από το ένα θέμα στο άλλο, ποτές μου δεν κατάλαβα. Αργότερα μόνο, σα μεγάλωσα συνειδητοποίησα πως ο μεγάλος νους, είναι μεγάλος άλτης.

«Βάνε τώρα μια ουκιά μέλι. Πορτοκαλιάς, ε;Να εκείνο να που γράφει «Μαριάνθη Καλαμάτα». Με το ‘φερε από το χωριό. Το άλλο της Κατίνας είναι από Λαμία. Θυμαρίσιο, μα είναι βαρύ το θυμάρι. Να το τρως, χαρά Θεού, μα για κουλούρια, αϊ-αϊ. Σα συνοικέσιο. Έτσι τονέ πήρα τον παππού σου. Μου φορέσανε τα καλά μου κι έβαλα το δαντελωτό σουμεδάκι που είχα φτάκει στο ασημένιο το δίσκο. Και να σου η Μαρίκα μπροστά στο γαμπρό με το γλυκό το βύσσινο που είχα κεντίσει. Να τονε το δίσκο, μου υπέδειξε. Σε τούτον να τονε σέρβιρα κι ένα βράδυ πιωμένος, ήθελε να τονέ παίξει μπαρμπούτι! Βρε αχαϊρευτε! Βρε ακαματζή!, τονε πρόγκηξα! Ή κόβεις το μπαρμπούτι ή παίρνω τα παιδιά και φεύγω, τονε είπα. Κι όντως! Χίλια κακά είχε ο παππούς σου, αλλά στο λόγο του κύριος. Χαρτί δεν ξανάπιασε. Μοναχά με τον Σπύρο την Πρωτοχρονιά με στραγάλια, μα κι αυτό του το συγχωρώ.»

Ο κύρ Σπύρος, ήταν ο «κολλητός» του παππού. Μαζί τα πίνανε κάθε βράδυ στο φούρνο μας, που τα βράδια γινόταν ανεπίσημα καφενές. Όλοι οι «μάγκες» και κύριοι της γειτονιάς μαζεύονταν στο φούρνο, κυρίως το χειμώνα που κράταγε ακόμα ζέστη το πυρότουβλο του φούρνου και μαζί διαφεντεύανε τα σπιτικά τους και συνάμα τη χώρα. Πασοκτζής επί Παπανδρέου ο παππούς, άλλοι Νεοδημοκράτες κι Κουκουε ο κυρ Σπύρος. Ομηρικοί καυγάδες στήθηκαν τα βράδια στο μαγαζί, σα πεντάχρονα που μουτρώνουν, μα έπειτα από δυο τρεις μέρες, να σου πάλι όλοι μαζί. Ο Κεραμιδάς που είχε ανοίξει το καφενέ πιο κάτω, μαύρο δάκρυ έριχνε. Σα γέμιζε το καφενείο, προεκλογικά ήταν, μα μετέπειτα από λίγο άφαντοι οι πελάτες. Όλους τους μάζευε ο φούρνος μας. Κι ο παππούς, παλιά καραβάνα. Γίγαντες με λουκάνικα, σιγοψημένους στο φούρνο η σπεσιαλιτέ του. Κι όσα τρώγαν και πίναν, τους χρέωνε με το κεφάλι και τη μπύρα ή το ποτήρι. Δουλειά μου ήταν να γεμίζω το ψυγείο με μπύρες και τη νταμουτζάνα μετά το σχολείο για τη βραδινή τους συνεδρία. 

- Εσύ δεν τον ήθελες τον παππού, ρε γιαγιά;
- Αχ γιαβρί μου! Άλλες εποχές! Τότες εκείνον που σου έδειχναν, εκείνον έπαιρνες. Να γεννιόμουν τώρα! Να μουν Μαρία και μου ‘δειχνε συνθηματικά τον επάνω όροφο.

-Ερωτεύτηκες ρε γιαγιά;, ευθαρσώς τη ρώτησα γιατί με έμαθε να εκφράζω αυτό που σκέφτομαι.

- Γιατί μπρε; Σε πηγάδι κατούρησα;, με αποστόμωσε!

«Ο έρωτας μπρε δεν κάνει διακρίσεις. Κι αλίμονο αν κάνει κανείς διακρίσεις στον έρωτα. Τυχεροί εκείνοι που τον ζουν κι άτυχοι εκείνοι που δεν τον έζησαν. Σα κηρύχτηκε ο Πόλεμος, ήμουν  παντελωνού βγαλμένη. Η μάνα μου είχε ένα μπάρμπα, πρόξενο στην Ιταλία. Με τα πολλά πήγαμε στη Ζάκυνθο κι έπειτα στο Κατάκολο. Ζήσαμε εκεί κάποια χρόνια κι εκεί εγνώρισα το Στέφανο. Ιταλός από τη Νάπολη. «Bella Maria», με φώναζε και σκιάχτηκε η μάνα μου. «Μα παιδί του Μουσολίνι που μας κηρύξανε τον πόλεμο;», έλεγε.

«Μα ο Στέφανο, ήταν ζωγράφος. Δεν τον ήθελε τον πόλεμο. «Una faccia una  razza», έλεγε. Σα τι έλεγε ο καημένος. Σάρκα και οστά είμαστε ούλοι. Τονέ θυμάσαι τον Αλί; Ο πρώτος φίλος που έκανες στην Ελλάδα, πρόσφυγας από το Ίράν.

Και κοίτα που η γριά  θυμήθηκε τον Αλί. Τον πρώτο φίλο που έκανα στην Ελλάδα. Πρόσφυγας εκείνος κι η οικογένεια του από το Ιράν. Λίγο μεγαλύτερός μου ήταν, με γυαλάκια, ψηλός και χαμογελαστός. Τη γλώσσα δε τη μιλούσαμε μα καταλαβαίναμε ο ένας τον άλλον. Τα ξένα, τα αλλοδαπά σε μια άβγαλτη πολιτισμικά χώρα. Έφυγε ο Αλί. Πήγε στην Αμερική κι τη μέρα πριν φύγει μου ‘φερε μια κάρτα για το «μικρό αδελφό». Έτσι κατανομάζονται οι φιλίες στην Ασία.

«Το γούσταρε ο Στέφανο να κολυμπάει σε μια παραλία. Εκεί τονε επέτυχα να ξεβρακώνεται και θαύμασα το αντρικό κορμί. Στη μάνα δε το είπα και ήξερα ποια ώρα πήγαινε και κανόνιζα εγώ τα θελήματα μας σα παντελονού. Ρουφήχτρες έχει το Κατάκολο κι εκείνες τον σκοτώσαν. Τον έβλεπα από το γκρεμό να παλεύει με τα νερά μα να φωνάξω σε ποιόνα; Κι εκεί χάθηκε ο Στέφανο. Δυο μέρες μετά τον ξέβρασε η θάλασσα. Το «κοροϊδο του Μουσολίνι «λέγανε, μα για μένα ήταν ο Στέφανο, εκείνος που μου χάρισε μια ζωγραφιά και με ‘λεγε «Bella Maria», να δες την.», κι άνοιξε η γιαγιά μου την καδένα της, ρίχνοντας τρίμματα χαρτιού στο πάτωμα. Πόσα χρόνια δεν ανοίχτηκε, άραγε;

- Κρασί, μου είπε, καθώς κοίταζα τα θραύσματα της ζωγραφιάς. Όσο το λάδι, το ένα τρίτο να ρίξεις. Λευκό κι αρετσίνωτο. Γιατί μπρε ο έρωτας είναι μεθύσι ψυχής. Σα πιείς λίγο δεν κατάλαβες κι σα πιείς πολύ, δε τονε θυμάσαι.

«Άκου με τώρα. Τα λαδοκούλουρα δεν έχουν συνταγή. Το λάδι ορίζει πόσο αλεύρι θανε βάνεις. Κοσκινισμένο γιαβρί μου σα τη ψυχή.Βαρίδια μην κουβαλάς. Μην φοβηθείς!Να είναι καθαρή! Και ζύμωνε με το χέρι. Να νιώκεις τη στιγμή. Την αλλαγή που φέρνει. Λίγο αλάτι βάνε τώρα, ζωή χωρίς αλάτι μπρε τι αξία έχει; Η Σταυρούλα λέει βάνει λίγο ξύσμα πορτοκαλιού. Πφ! Σκορδάκι μπρε βάλε λίγο! Το να είσαι διαφορετικός δεν πειράζει, μοναδικός να είσαι! Μην κοτάς! Το πλάσιμο δε σα λίγου δύσκολο. Μαζεύει η ζύμη έτσι;. Να σε πω τώρα το μυστικό. Σε τρεις δόσεις να πλάθεις. Πρώτα κάνε το ζυμάρι. Μετές κόψε στα μικρά κι έπειτα πλάθε το κουλούρι. Ναι μπρε, γιατί; Κάτι ξέρω κι εγώ! Κι ο έρωτας ζύμωμα θέλει, μα πιο πολύ φροντίδα. Λίγο- πολύ, πιότερο  γιαβρί μου να τονε ζεις! Να τονε νιώθεις, αυτό είναι το μυστικό! Μα να μη φοβηθείς!  Αϊντε! Βάνε τα τώρα στο φούρνο κι πήγαινε και στην Κατίνα. Καιρό της τα ‘ταξα!»

Κι εκεί που νόμισα πως  τελείωσε,  να σου η φωνή της κυρα Μαρίας από το σαλόνι με το δελτίο ειδήσεων: Να σε πω! Άμα θες τα μελώνεις κιόλας. Το σερμπέτι στο ‘πα. Αλλά βρε γιαβρί μου, άμα δεν έχουν γλύκα από μόνα τους, πέτα τα κι κάνε άλλα!»


Κι είχε δίκιο η γιαγιά μου.

Παρασκευή, 20 Οκτωβρίου 2017

Πορτοκαλόπιτα

  
«Γέρασα», σημαίνει πως ζει κανείς περισσότερο με τις μνήμες παρά με τους ζωντανούς ακόμα κι όταν αυτές έχουν γεύση από πικραμύγδαλο. Ίσως γιατί τη ζωή, την αναλώνουμε σε πράγματα του «πρέπει» κι όχι του «θέλω». Βαριά φορτία όμως και τα δύο γιατί για το καθένα σου χτυπά ο Δοσάς της ζωής  την πόρτα και να του αρνηθείς δε μπορείς, είτε για όσα έκανες ή όσα θα κάνεις. Κοίτα να δεις τι περίεργες σκέψεις κάνει κανείς κοιτάζοντας ένα ολοστρόγγυλο πορτοκάλι. «Κερωμένο είναι!», σα να ακούω τη γιαγιά μου να λέει. « Κοίτα γυαλάδα! Κοίτα επιφάνεια! Μα είναι πορτοκάλι ετούτο; Έτσι σε ‘μαθα εγώ μπρε, να διαλέγεις τα πορτοκάλια; Του «κουτιού» είναι δαύτο. Σα τις «Καλημέρες» της Σταυρούλας.» Δεν έχουμε πορτοκαλιές βρε γιαγιά εδώ πέρα, διαμαρτύρομαι ασυναίσθητα καθώς φέρνω στο νου την καθιερωμένη μου επίσκεψη στο τοπικό υπερκατάστημα για τις αγορές της εβδομάδας. Φθινοπώριασε και φέραν τα πρώτα πορτοκάλια. Ολοστρόγγυλα, γυαλιστερά, αψεγάδιαστα. Έπιασα ένα στο χέρι κι ως συνήθεια το έφερα στη μύτη μου.  « Τα φρούτα να τα διαλέγεις με τη μύτη κι ούχι με το μάτι. Το μάτι ξεγελά γιαβρί μου. Σα τους ανθρώπους ένα πράμα. Να τους διαλέγεις ούχι με το πως ορέγονται τα μάτια σου, αλλά με την ψυχή σου και η μύτη μιλά βρε κατευθείαν στην ψυχή.», τη θυμόμουν να με ορμηνεύει αργότερα, όταν άφησα το πορτοκάλι πάνω στο γραφείο μου, το οποίο παρά τις φιλότιμες προσπάθειες μου να το τρίψω, αφαιρώντας το κερί, κανένα άρωμα δεν ευωδίασε. Λες να γερνάω πριν την ώρα μου, κάγχασα καθώς αφηνόμουν στη βουτιά των πιο γλυκών μου αναμνήσεων.

Νοέμβρης ήταν κι είχε λίγη ψύχρα. Η γιαγιά μου καθόταν στην καθιερωμένη της θέση μπροστά από το μαγαζί και την παρακολουθούσα να είναι χαμένη στις σκέψεις της καθώς την πλησίαζα. Πάει γέρασε κι αρχίζει και τα χάνει, σκέφτηκα καθώς έφτασα δίπλα της κι εκείνη δεν μου έδωσε σημασία σε αντίθεση με τη συνήθεια της να με προϋπαντεί φωναχτά σα με έβλεπε να στρίβω στη γωνία, προκαλώντας μου παλιότερα αισθήματα ντροπής κι αμηχανίας με τους γλυκούς της χαρακτηρισμούς. «Μπα! Βρήκες το δρόμο να γυρίσεις;», μου είπε κι γέλασα δίνοντας της ένα φιλί, σα διαπίστωσα πως ακόμα τα είχε «τετρακόσια». «Γίνανε τα πορτοκάλια της Κατίνας.», μου ‘πε βιαστικά, μιλώντας περισσότερο στον εαυτό της μη λησμονώντας να μου δώσει το δικό της φιλί.

- Κατίνα! Φώναξε στη γριά γειτόνισσα που έμενε στο απέναντι ισόγειο. Κατίνα! Καλέ, δεν ακούς;
- Τι ‘ναι καλέ; Γιατί σκούζεις;, κι φάνηκε η κυρά Κατίνα από το παράθυρό της με τα μπιγκουτί στο κεφάλι και τα τεράστια γυαλιά υπερμετρωπίας  στο πρόσωπό της.
- Τι κάνεις καλέ κοιμάσαι τέτοια ώρα;, αποκρίθηκε  η γιαγιά μου για να την ακούσει και η υπόλοιπη γειτονιά.
- Όχι καλέ! Τέτοια ώρα; Περιμένω το σίριαλ!, είπε η κυρά Κατίνα, αναφερόμενη στη σαπουνόπερα που έβλεπε μανιωδώς η γειτόνισσα κι άλλοι τόσοι τέτοια ώρα.
- Τον πιάσανε τον απαγωγέα;, ρώτησε η γιαγιά μου.
- Όχι ακόμα, σήμερα λένε!
- Ακόμα;
- Ακόμα! Ναι, ναι! Σήμερα θα τονε πιάσουνε.
- Να ‘ρθείς, να σε δώκω φάβα, που ‘φερε η Ματούλα από την Τήνο.
- Πήγε η Ματούλα στην Τήνο; Με ποιόνε;
- Τι σε κόφτει μαρή εσένα με ποιόνα πήγε;
- Ε, να μην ξέρω;
- Γιατί μαρή; Για να γίνεις ντελάλης;
- Εγώ; Σα δε ντρέπεσαι! Εγώ στόμα έχω και μιλιά δεν έχω! Μνησθητί μου Κύριε!
- Καλά και σε μάθαμε κι εσένα! Φάβα σε λέω έφερε να σε δώκω!
- Καλά, καλά, θα περάσω μόλις τελειώσει το σίριαλ!
- Να με φέρεις και πέντε πορτοκάλια σα έρθεις!
- Δε γίνανε ακόμα!
- Γίνανε σε λέω! Αφού τα μυρίζω από δώθε!
- Δε γίνανε σου είπα! Προχθές την πότισα την πορτοκαλιά!
- Να με φέρεις πέντε πορτοκάλια σε είπα! Ακούς;, κι αυτή ήταν η ερώτηση που δεν σήκωνε άρνηση στην κυρά Μαρία.
- Καλά, καλά! Να τελειώσει το σίριαλ και θα ‘ρθω! είπε η κυρά Κατίνα μαζί με άλλα που δεν μπορούσα να ακούσω καθώς χάθηκε πίσω από το παράθυρό της.
- Εσύ δεν την βλέπεις τη σειρά γιαγιά;, τη ρώτησα σα έκλεισε τις κουρτίνες η γειτόνισσα.
- Εγώ; Να δω τη σειρά; Είσαι με τα καλά σου; Και να χάσω το χάζι της Κατίνας; Βαϊ, βαϊ! Ξέρεις μπρε τι καλά που τα λέει; Χμ!

Μα την ήξερα τη γιαγιά μου. Η κυρά Κατίνα έμενε στην γκαρσονιέρα του ισογείου κι από πάνω έμενε η κόρη της με την οικογένεια της. Ξεχασμένη την είχανε τη γριά κι εκείνη, τα τρία εγγόνια της κι προπαντός ο γαμπρός της, που πήρε το οικόπεδο της προίκας κι έχτισε το σπίτι με αντιπαροχή με το πρώτο τζάκι που είδα ποτέ στην ζωή μου, μια χρονιά που πήγα να τους πω τα Κάλαντα. Έτσι κατέληξε η κυρά Κατίνα, χήρα προ ετών να έχει παρηγοριά το σίριαλ και παρέα τη γιαγιά μου, στην οποία εξιστορούσε με το νι και το σίγμα, προσθέτοντας τις λοιπές λεπτομέρειες κατά πως εκείνη θα ήθελε το σενάριο, μαζί με όλα τα νέα της γειτονιάς μας.

Σα πέρασε η ώρα, να σου η κυρά Κατίνα κουτσή να μας έρχεται φορώντας  την ποδιά της πανέρι. Γεννήθηκε με το ένα πόδι πιο κοντό από το άλλο κι κάθε τόσο και λιγάκι πήγαινε  στον τσαγκάρη μας τον μπάρμπα Μπάμπη να της αλλάξει τον πρόσθετο πάτο στο ένα παπούτσι, που έφερνε τα πόδια της στο ίδιο ύψος.

- Ορίστε, να και τα πορτοκάλια σου κυρά Μάρω, είπε κι μας πρότεινε την ποδιά της.
- Την ποδιά τι τηνε φόρεσες;, ρώτησε η γιαγιά μου.
- Βράζω τα κόλλυβα του Μιχάλη, της απάντησε εκείνη κι έκατσε στο διπλανό κάθισμα με τα πορτοκάλια στα πόδια της.
- Για να δω τι με ‘φερες;, είπε η γιαγιά μου κι έπιασε ένα πορτοκάλι για να πεί:
- Α, πα, πα! Πορτοκάλια μπρε είναι τούτα; Ξεκούτιανες μαρή και δεν αναγνωρίζεις τα πορτοκάλια;
- Αφού σου είπα δεν γίνανε ακόμα! Προχθές τα πότισα!
- Γίνανε μπρε σε λέω! Μοσχομύρισε η γειτονιά!
- Ε, πάρε το κλειδί και πήγαινε διάλεξε τα μόνη σου!, είπε φουρκισμένη και της έδωσε τα κλειδιά στο χέρι.
- Πάμε γιαβρί μου!, γύρισε και μου είπε πιάνοντας μου το χέρι και κρυφογέλασα καμαρώνοντας την αποφασιστικότητα της γιαγιάς μου να βρει τα πορτοκάλια που της μύρισαν.

- Άκου δεν έχει πορτοκάλια!, μονολόγησε η κυρά Μαρία με εμένα να πλησιάζω την πορτοκαλιά κι να απλώνω το χέρι στο πρώτο που είδα.
- Όχι τούτο! Φώναξε. Τούτο είναι ξινό ακόμα! Να εκείνο πιάσε, μου είπε δείχνοντας μου με το δάχτυλο.
- Ποιο ρε γιαγιά; Αυτό; Τη ρώτησα δείχνοντας ένα τυχαίο με το χέρι μου.
- Όχι τούτο, εκείνο παραδίπλα!
- Ποιο; Αυτό;
- Όχι βρε πιο πέρα!
- Αυτό;
- Όχι βρε μπουνταλά! Δε βλέπεις ποιο θωρώ;
- Όχι βρε γιαγιά!
- Εκείνο δα! Δίπλα από το ωραίο φύλλο!
- Ποιο; Αυτό;
- Να γειάσουν τα χεράκια σου! Ετούτο!

Κι έπιασα ένα πορτοκάλι με σφιχτή, τραχιά φλούδα και μεγάλο «μάτι», το οποίο όταν το έκοψα, με πλημμύρισε παραπονιάρικα το μεθυστικό του άρωμα. Σα το πήρε στα χέρια της γιαγιά μου το μύρισε, κλείνοντας ερμητικά τα μάτια της κι ανασύροντας τις δικές τις αναμνήσεις. Έπειτα το πίεσε με τα δυο της χέρια κι το έτριψε στις ρίζες του λαιμού της μονολογώντας: «Εμ το ‘πα πως γίνανε τα πορτοκάλια!»

Σα γυρίσαμε στο μαγαζί με τα λάφυρα, έπειτα από την πολιορκία της πορτοκαλιάς της κυρά Κατίνας εκείνη μασούλαγε μια φέτα πορτοκάλι.

- Ει! Πικρό είναι τούτο!
- Εμ στο ‘πα καημένη! Σε νερατζιά δεν την έχει μπολιάσει ο Μιχάλης;
- Αμάν τα κόλλυβα!, αναφώνησε η κυρά Κατίνα κι έφυγε φουριόζα για το σπίτι της.
- Τι τα θες βρε γιαγιά τα πορτοκάλια;, τη ρώτησα για να αποθέσω φόρο τιμής στα γδαρσίματα από τα αγκάθια της πορτοκαλιάς.
- Μου μύρισε βρε γιαβρί μου πορτοκαλόπιτα.

- Πορτοκαλόπιτα θα φτιάξεις κυρία Μαρία;, πετάχτηκε η Σταυρούλα, το πρακτορείο Ρόιτερ της γειτονιάς όπως την αποκαλούσε η γιαγιά μου. Σα πότε ζύγωσε, δεν την πήραμε χαμπάρι.
- Ναι βρε πορτοκαλόπιτα! Εσένα τι σε κόφτει; Νταβά στην ποδιά μου σε ορίσανε;
- Όχι κυρία Μαρία μου, προς Θεού! Εγώ νόμιζα πως πενθείς ακόμα τον μακαρίτη τον κύριο Στάθη, είπε εκείνη δεικτικά αναφερόμενη στο θάνατο του παππού μου που συνέβη πριν δυο χρόνια.
- Άκου να δεις Σταυρούλα, απάντησε η γιαγιά μου. Κάθε φλέβα που με βλέπεις, είπε κι τέντωνε το δέρμα του ρυτιδιασμένου της δεξιού χεριού, είναι κι ένα κέρατο του Στάθη. Τονε θρήνησα εν ζωή κι τονε σγχώρεσα μετά θάνατο. Σε λίγο που θα τονέ ανταμώσω  άμα με ρωτήσει, θα τονε πω  εγώ γιατί ορέχτηκα πορτοκαλόπιτα, της απάντησε φουρκισμένη.
- Τα πρόλαβες μαρή Κατίνα;, ρώτησε η γιαγιά μου την κυρά Κατίνα που πλησιάζε κουτσαίνοντας περισσότερο. Πάνω στη βιασύνη της ξέχασε τις σαγιονάρες εξωτερικού χώρου.
-  Πάνω που σώθηκε το νερό Μαρία μου!
- Για τον Μιχάλη τα φτιάχεις Κατίνα;, την απαξίωνε να την πει «κυρία» η Σταυρούλα κι ας είχε κοντά την ηλικία της σχωρεμένης της μάνας της.
- Φτου, φτου, να φας τη γλώσσα σου! Για ποιον άλλον;
- Μήπως έκανες για τη μητέρα σου ή τον πατέρα σου, είπε η Σταυρούλα.
- Της μάνας μου της έκανα πολλά κι πατέρα εγώ δεν γνώρισα. Ένας άντρας μου ‘λαχε κι αυτόνα το έθαψα νωρίς. Για αυτόν  τα φτιάχνω.
- Κουφέτα μπόρεσες να πάρεις; Να σου δώσω από της μάνας μου, είπε η Σταυρούλα μειλίχια, βασιζόμενη στην πενιχρή σύνταξη του ΟΓΑ που έπαιρνε η κυρά Κατίνα.
-Μαρή πας με τα καλά σου; Με ταμένα κουφέτα να κάνει κόλλυβα η γυναίκα; Στάρι για τη ζωή κι ζάχαρη να γλυκάνει την πίκρα του θανάτου. Αυτά αρκούν! Εμένα η σχωρεμένη η μάνα μου τα έκανε με μέλι που ήταν πιο φτηνό.
- Εμείς στην Κρήτη, έτσι μου τα έμαθε η σχωρεμένη η μάνα μου, είπε η Σταυρούλα.
-  Ενετοκρατούμενη δεν ήσαντε τρομάρα μου; Απάντησε η γιαγιά μου. Όλο στα φρου, φρου κι αρώματα! Κι είπα από μέσα μου: Γιαγιά- Σταυρούλα 2-0.

- Τι λένε τα κορίτσια;, είπε η κυρα Αγγελικούλα πλησιάζοντας.
Την αγαπούσα τη κυρία Αγγελική. Ποτέ δεν μας μάλωνε σα παίζαμε κάτω από το σπίτι της, μονάχα σα κοιμόταν ο Σταύρος, ο γιος της κι είχε πρωϊνή υπηρεσία την άλλη μέρα. Πιλότος ο Σταύρος, το καμάρι της κυρίας Αγγελικής κι όλων μας μαζί. Στην Αμερική τον σπούδασε τον γιο του ο κύριος Νίκος. Συνταξιούχος εφοριακός κι η γιαγιά μου τον φώναζε «Ο Εφοριακός». «Να γίνετε έξυπνοι σα το Σταύρο!» μας λέγανε όλοι οι σοφοί της γειτονιάς με τεμπελοχανάδες γιούς, μονάχα η γιαγιά μου, μου έλεγε: Να γίνεις ό,τι ορίζει η καρδιά σου, γιαβρί μου κι άστους να λένε.»
- Να, εδώ η κυρία Μαρία θα φτιάξει πορτοκαλόπιτα, πρόλαβε η Σταυρούλα.
- Να μου δώσεις ένα κομμάτι, είπε η κυρία Αγγελική. Καιρός είναι να κάνεις κάνα γλυκό που  μας έλειψαν, συνέχισε  σαν έπιασε το υπονοούμενο της Σταυρούλας.
-Μα δεν της αρέσαν τα πορτοκάλια που έφερα, πετάχτηκε η κυρά Κατίνα περιμένοντας τη σειρά της.
-Μα ήσαν πορτοκάλια αυτά;, διαμαρτυρήθηκε η γιαγιά μου. Τα πορτοκάλια πρέπει να είναι στητά.  Με ωραία φλούδα, να μυρίζουν βαριά κι  όχι  κηρομπογιά! Να έχουν μάτι μεγάλο, σα ερεθισμένη ρώγα. Να μην φοβάσαι μήτε να την κρύψεις μήτε να την δείξεις, σα κορασίδας στήθος κι γέλασε η γιαγιά μου.
-Μα τι λες βρε κυρία Μαρία μπροστά στο παιδί, αναφερόμενη η Σταυρούλα σε μένα.
-Γιατί μπρε; Αν δεν τα ‘χει δει, εύχομαι να τα δει. Κι αν δεν θελήσει να τα δει, τουλάχιστον να ξέρει, να μαζεύει πορτοκάλια! Και να σου τα γέλια οι γριές και η Σταυρούλα να σταυροκοπιέται.

- Να! Κατέφτασε ο αγαπητικός, είπε σιγανά η κυρά Κατίνα, γνέφοντας με νόημα προς το απέναντι σπίτι όπου στάθμευσε το χαρακτηριστικό πια κόκκινο αυτοκίνητο.
- Τς, τς! Μόρφασε η Σταυρούλα. Ελευθερία, όνομα και πράμα, είπε αναφερόμενη στη γειτόνισσα μας.
- Γειά σου Ελευθερία!, την χαιρέτισε η γιαγιά μου σα άνοιξε την πόρτα.
- Γεια σου κυρά Μάρω!, απάντησε εκείνη κουνώντας το χέρι της με τον «αγαπητικό» να μπαίνει σκυφτός και γρήγορα μες στο σπίτι για να μη δώσει περαιτέρω αφορμή για σχόλια.
- Κλειδί δε του ‘δωσε ακόμα;, αναρωτήθηκε η κυρά Κατίνα.
- Μα, να έχεις πάρε δώσε δε δαύτην;, συμπλήρωσε η Σταυρούλα.
- Γιατί μπρε; Λογαριασμό θα σε δώκω; Με όποιονα θέλω θα νταραβερίζομαι.
- Μα δεν έχει τσίπα επάνω της, συνέχισε η Σταυρούλα.
- Και τσίπα έχει και φιλότιμο έχει κι ανοιχτή καρδιά έχει…
- Και σκέλια, συμπλήρωσε η Κατίνα και γέλαγε μόνη της.
- Κι σένα μαρή τροχονόμο στο πράμα της σε ορίσανε; Ορίστε μας!, τη μάλωσε η γιαγιά μου. Καλύτερη είσαι συ από δαύτην;,
- Εγώ κυρία Μαρία, είμαι κυρία με κάπα κεφαλαίο, είπε θιγμένη η Σταυρούλα.
- Καλή εν λόγου σου είσαι κι εσύ, είπε η γιαγιά μου αδιαφορώντας για το σχόλιο της Σταυρούλας. Έχω γνωρίσει εγώ στη ζωή μου πουτάνες που ήσαν κυρίες και κάτι κυρίες…αι¨- αϊ, είπε τινάζοντας το πέτο της με δυο ακροδάχτυλα στραβοκοιτώντας τη Σταυρούλα.

- Ήτανε μια στη Σμύρνη, Λεϊλα την φωνάζανε, μα εμένα με το είχε πει το όνομα της. Ελευθερία την βαφτίσανε.
- Εμ, το ‘χει το όνομα φαίνεται, σχολίασε η κυρά Κατίνα.

- Σσς, μπρε! Ταμένη την είχανε στον Άγιο Ελευθέριο στο χωριό της που ήσαντε ραγιάδες των Τούρκων. Να λευτερωθεί θέλανε, να φύγει γι’ αυτό και σα ορφάνεψε την στείλανε στη Σμύρνη παραδουλεύτρα σε σπίτι.

« Όμορφη δεν ήταν η Ελευθερία, μα νέο κορίτσι στο άνθος της ηλικίας της. Την πήρε χαμπάρι η κυρά της όμως πως την γλυκοκοίταζε ο δικόνε της και να σου να την φορτώνει με ότι αγγαροδουλειά είχε το σπίτι. Κάθε δυο μέρες να τινάζει τα χαλιά, να κατεβάζει τις κουρτίνες και να τρίβει σκυμμένη στα τέσσερα τα πατώματα κι όμως δεν άργησε να γίνει το κακό. Ένα βράδυ την επισκέφτηκε στο πλυσταριό, εκεί πίσω ήταν η κάμαρα της. «Σσς, μωρή θα σε σκοτώσω!», της είπε κι έγινε το κλάμα της βουβό. Την επομένη σα δεν εμφανίστηκε στην ώρα της, να σου η κυρά της στο πλυσταριό. Είδε τα αίματα στα σεντόνια και την πέταξε κακήν κακώς από το σπίτι. Βρωμιάρα τηνε φώναζε. Ξετσίπωτη. Ανήθικη. Κι έμαθε ούλη η γειτονιά πως η Ελευθερία μαγάρισε την τιμή του σπιτικού της. Γύρναγε τότε η φουκαριάρα στα στενά της Σμύρνης, να παρακαλάει για ένα μεροκάματο, μα ποια κυρά να την να τηνε μπάσει μέσα στο σπίτι της, φρόντισε η κυρά της γι’ αυτό. Έτσι κατέληξε η Ελευθερία πλύστρα στο ντέλο του κάτω μαχαλά.

Μα ήταν νέα ακόμα, ζουμερή, με σφριγηλό στήθος και την ζητούσαν οι πελάτες. Ή την πλύστρα ή καμία. Σα είδε πως παράγινε το κακό η πατρόνα και τους παράδες να πάνε στο παραπέρα «σπίτι», να σου την φωνάζει μια μέρα. «Άκου να δεις της λέει. Εσύ, νέα κι όμορφη να δουλεύεις πλύστρα μια ζωή, κρίμα κι άδικο είναι. Άδικη είναι και η ζωή σου σε φέρθηκε έτσι μα τι περιμένεις από δαύτην; Θηλυκιά είναι κι αυτή και σκύλα που σε δάγκωσε.» και να σου βάζει η Ελευθερία τα κλάματα, γεμάτη παράπονο για το άδικο της ζωής της. « Άκου με τώρα να σε πω κόρη μου.», της είπε μετά η πατρόνα σα σκούπισε τα δάκρυα της.  «Στον κόσμο τούτο που ζούμε καμιά γυναίκα δεν ορίζει την ψυχή της. Εκείνη σα που γεννιόμαστε υποτάσσεται στη δύναμη των αντρών.  Η δύναμη της γυναίκας όμως είναι στο μυαλό της και στα σκέλια της και στα τούτα τα δυο, υποτάσσονται οι άντρες. Η ζωή σε δάγκωσε, να τηνε δαγκάσεις κι εσύ πίσω.» Και το πήρε απόφαση η Ελευθερία να τηνέ «βαφτίσει» η πατρόνα  Λεϊλα και να την μυήσει στα μυστικά των αντρών. Γιατί ένα πράμα έβαλε στο μυαλό της εκείνη τη μέρα η Λεϊλα. Να δαγκάσει πίσω τη ζωή. Και τα κατάφερε.

Σα πέρασαν χρόνια και σχωρέθηκε η πατρόνα, ο οντάς της Λεϊλας, πια στον πάνω μαχαλά, ήταν ο πιο ξακουστός της πόλης. Από κει περάσαν ούλοι ή σχεδόν ούλοι. Και σα συνήθεια, μετά την τελετουργία ούλοι οι άντρες κομπάζουν. Κι όσο λιγότερο αποδίδουν, τόσο πιο πολύ κομπάζουν κι σα δεν έχουν πολλά να παινευτούν, μειώνουν τους άλλους. Έτσι έμαθε η Λεϊλα πως ο παλιός της κύρης πήρε δάνειο μεγάλο να επεκτείνει την επιχείρηση του κι ετοιμάζεται να συνεταιριστεί, συμπεθεριάζοντας με έναν μεγαλέμπορο. Κόρη της παντρειάς είχε η κυρά της κι ορεγόταν τιμές και μεγαλεία. Μα ο γραμματέας του μεγαλέμπορου ήταν συχνός της επισκέπτης και του σφύριξε τα μαντάτα. Σα έμαθε εκείνος πως ο μέλλων συμπέθερος περιμένει να ρεφάρει από τους δικούς του παράδες, το χάλασε το προξενιό και δεν άργησε πολύ να βάλει λουκέτο στην επιχείρηση. Και τα χάσανε όλα.»

- Α, την κάργια!, φώναξε η κυρά Κατίνα.
- Εμ, τι περίμενε κανείς από μια τέτοια γυναίκα, είπε η Σταυρούλα.
- Τέτοια γυναίκα; Τέτοια γυναίκα; Λίγο ήταν αυτό που της κάνανε;
- Μα να κλείσει έτσι ένα σπιτικό; Και το άμοιρο το κορίτσι τι έφταιγε;
- Εμ, έννοια σου και για αυτό φρόντισε η Λεϊλα. Γιατί μπορεί να ήτανε πουτάνα, αλλά εκείνη ήταν κυρία με κάπα κεφαλαίο, είπε η γιαγιά μου, στραβοκοιτάζοντας πάλι τη Σταυρούλα.
-Για πες μας τώρα τη έκανε η Λεϊλα;, ρώτησε γεμάτη ενδιαφέρον η κυρά Αγγελική, που μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχε βγάλει μιλιά.

«Όπως έλεγα από τον οντά της περάσαν πολλοί. Έμαθε πως ο καπνέμπορος της Σμύρνης, έψαχνε δασκάλα για την κόρη του, να τηνέ μάθει Γαλλικά και πιάνο. Επίσης έμαθε πως η κόρη της κυράς της, φιλότιμο και προκομμένο κορίτσι, έπιασε δουλειά στο καπελάδικο του Μπαχλιβάνη. Να σου λοιπόν η Λεϊλα μια μέρα να ψωνίζει καπελαδούρες και σα είδε πως όντως το κορίτσι ουδεμιά σχέση  έχει με τη μάνα της, της ρίχνει το νέο για τον καπνέμπορο. Μεγαλωμένη κι εκείνη με Γαλλικά και πιάνο, έδωσε κι η Λεϊλα συστάσεις μέσω άλλου που μπαινόβγαινε στον οντά της, το πήρανε το κορίτσι. Λίγο καιρό αργότερα, παντρεύτηκε το γιο του συνεργάτη του καπνέμπορου και πήρανε κι εκείνοι μια να μάθει στο κορίτσι τους Γαλλικά και πιάνο.»

- Βρε τη Λεϊλα! Και δεν της το ‘χα, είπε η κυρά Αγγελική.
- Αυτό δεν είναι οντάς βρε Μάρω μου. Διεθνές κέντρο επιχειρήσεων είναι!, αναφώνησε η κυρά Κατίνα.
- Και δεν μου λες βρε Μαρία, εσύ που τα ‘μαθες όλα αυτά;
- Από τη Λεϊλα φυσικά, απάντησε η γιαγιά μου με την απλότητα του ανθρώπου που έχει μάθει να αγαπά τους ανθρώπους.

«Εμένα η σχωρεμένη η μάνα μου έφτιαχνε δαντέλα κι η μάνα της ήταν μοδίστρα φημισμένη. Ούλες τις κυράδες της Σμύρνης έραψε κι σα ήσαν της μοδός η δαντέλα, είχαμε πάντα δουλειές με φούντες. Άντρα στο σπίτι δεν είχαμε. Ο πατέρας μου πέθανε σα ήμουν μικρή από χτικιό κι ο θείος μου ήταν στα καράβια. Θαλασσοπνίγηκε μια χρονιά κι μας έμεινε πεσκέσι η γυναίκα του. Στέρφα, Υδραία Αρβανίτισσα και ξινή. Ποτέ δεν αγάπησε τον τόπο μας, ποτέ δεν είπε καλή κουβέντα για άνθρωπο κι ούλο μας έλεγε πως θα μας παρατήσει και θα πάει στον τόπο της, μα δεν μας έκανε τη χάρη. Εγώ ήμουν δεν ήμουν εννιά χρονώ παιδούλα κι ανάμεσα στη δαντέλα και το ράψιμο έκανα και τα θελήματα και παρέδιδα τα κεντητά και τα φορέματα. Μια μέρα με λέει η μάνα να πάω το πακέτο στη Λεϊλα. «Να το αφήκεις στην πόρτα και να φύγεις, ακούς;», με είπε. Έφριξε η θεια μου σα το άκουσε. « Μα να στείλεις τη μικρή στο ντέλο της Λεϊλας; Τι μάνα είσαι ‘συ;» Σα το άκουσε αυτό η γιαγιά μου έφριξε. «Κάρναξε συ!» της λέει.

 - Ποια είσαι συ που θα κρίνεις τη Λεϊλα και την κάθε Λεϊλα;
- Μα είναι πράγματα αυτά; Να μπάζουμε στο σπίτι μας τα βρωμόρουχα της κάθε παστρικιάς; Θα πέσει φωτιά να μας κάψει!, έκανε εκείνη μαζί με το σταυρό της.
- Να σου πω μαρή!, απαντάει η γιαγιά μου. Εσύ που ξεστραβώνεσαι ολημερίς στο Ευαγγέλιο η Μαρία η Μαγδαληνή πουτάνα δεν ήτανε; Εμ,  η Αγία Θεοδώρα που της τάζεις κάθε λίγο και λιγάκι, πάλι πουτάνα δεν ήταν; Ή η Οσία Μαρία η Αιγύπτια; Και θα κρίνεις εσύ την Λεϊλα και την κάθε Λεϊλα του μαχαλά; Και του λόγου σου, καλύτερη της θαρρείς πως είσαι; Καπετάνιο ήθελες να πάρεις και σε δώκανε ξεβράκωτη στο σχωρεμένο το Νικόλα μου κι ούτε ένα εγγόνι δεν μου σταύρωσες.», ξεσπάθωσε η γιαγιά μου.
- Σας σιχάθηκα όλους σας! Θα σηκωθώ να φύγω από ‘δω πέρα!, κλαψούρισε η θειά κι έφυγε από την κουζίνα.
- Να μας κάνεις τη χάρη τότε!, φώναξε η γιαγιά μου. Κι αν θες να ξέρεις τα φουστάνια της Λεϊλας σε ταϊζουνε! Εκείνη η πουτάνα που λες προίκισε ορφανά κορίτσια και σπούδασε γιους από φτωχόσπιτα όσο εσύ κάθεσαι  με το Ευαγγέλιο σου και ούτε ένα πιάτο δεν πλένεις! Ορίστε μας! Που θα μας κάνει ζάφτι η Αργυρώ ποιανής τα φουστάνια θα ράψουμε. Πιάσε βρε κόρη μου ένα νερατζάκι, γιατί με σύγχισε η σακαφιόρα. Άντε κι εσύ μην αργείς, είπε σε μένα. Και μη τολμήσεις και μπεις μέσα στο σπίτι, ακούς; Θα σε κόψω τα πόδια!, με ορμήνεψε.

Και με αυτή την εικόνα επήγα πρώτη φορά στον οντά της Λεϊλας, σαν αγία την είχα πλάσει μέσα στο μυαλό μου από αυτά που είχα ακούσει. Τη νύχτα στον οντά και τη μέρα να προικίζει κορίτσια και να σπουδάζει ορφανά στο Αμερικάνικο Κολλέγιο. Σα έφτασα στο σπίτι της εκείνη με άνοιξε την πόρτα φορόντας το ομορφότερο φόρεμα που είχα δει ποτές μου. «Έλα μικρή, πέρασε μέσα», με είπε κι εγώ ντράπηκα. Από τη μια με είχε ορμηνέψει η μάνα και η γιαγιά να μην μπω κι από την άλλη με έτρωγε περιέργεια μεγάλη να δω πως ζει μια αγία… και εμπήκα. Και τι σπίτι ήταν αυτό! Πολυελαίους, πίνακες, βελούδα, όλα τα κοίταζα και σα τούτα πουθενά δεν είδα. Και στο κέντρο του δωματίου, ένα μαρμάρινο τραπέζι κερασιάς με ίσαμε εικοσαριά πορτοκάλια σε μια πορσελάνη. Η Λεϊλα έπιασε ένα, το έτριψε στο λαιμό της και το ξανάφησε στην πιατέλα. «Κάτσε κείθε κοκόνα μου και πάω να σε φέρω τον παρά.», με είπε κι εγώ στεκόμουν όρθια κι δεν ετόλμησα να καθίσω μη και λερώσω το κάθισμα με το βελούδο. Εκείνη τότες μπήκε πάλι μέσα στο δωμάτιο κι χαμογέλασε σα με είδε να στέκομαι σα το χάνο. « Αυτό είναι για τη γιαγιά σου, γιαγιά σου δεν είναι η κόνα Φώτο;, ρώτησε δίνοντάς μου τον παρά δεμένο σε ένα μαντήλι που μύριζε πορτοκάλι κι εγώ σκούντησα το κεφάλι μου. Τότε πλησίασε στο σκρίνιο, σήκωσε το καπάκι της φουντονιέρας  κι έχωσε στις τσέπες μου τόσα σοκολατίνια που πέφτανε απέξω. «Κι αυτά για τον κόπο σου.», με είπε κι εγώ πίστηκα πως η Λεϊλα ήταν όντως αγία. Τι ήταν τούτο. Τόσα σοκολατίνια δεν είχα ματαδεί ούτε στο «Κοσμικόν» που περνάγαμε απέξω με τη μάνα. Φοβήθηκα όμως τη βούρλα, σα γύριζα σπίτι και τους έλεγα πως μπήκα στο σπίτι, έτσι έκατσα κι τα ‘φαγα ούλα σε ένα σοκάκι πριν γυρίσω στο σπίτι. Ματιασμένη λέγανε πως ήμουν, σα δεν άγγιξα το φαϊ το βράδυ με την κοιλιά τούμπανο κι καημό το ‘χε η γιαγιά που δεν έπιασε το ξεμάτιασμα της κι ο αγιασμός από τον Άγιο Χαράλαμπο. Που να ΄ξερε η δόλια.» και γέλαγε η κυρία Μαρία, θυμούμενη τα κατορθώματα της, καθώς εγώ κυριολεκτικά κρεμόμουν από τα χείλια της.

«Επήγα κι άλλες φορες στη Λεϊλα κι κάθε φορά ούλο και κάτι με τράταρε. Κι σαν απέκτησα κι εγώ θάρρος και λύθηκε η γλώσσα μου, άρχισα να της κάνω με τη σειρά μου ερωτήσεις. Έτσι έμαθα την ιστορία της κι έτσι τηνέ αγάπησα πιότερο. Μια μέρα, σα να είχε όρεξη για κουβέντα με φίλεψε πορτοκαλόπιτα. «Εγώ τηνε έφτιαξα.», με είπε με καμάρι. Τηνέ ρώτησα κι εγώ γιατί τρίβει τα πορτοκάλια στο λαιμό της και μεταξύ του πιάτου και της πείνας μου, να σου πέφτει η μπουκιά στο βελούδινο το κάθισμα. Περίμενα κι εγώ να με διώξει σα κουτσαβό, όπως έκανε μια άλλη κυράδα σα λέρωσα το χαλί της με τα παπούτσια μου, μα εκείνη σα είδε το βλέμμα μου, γέλασε και σκούπισε τα σιρόπια από το στόμα μου με το μανίκι της. «Μη σκοτίζεσαι κοκόνα μου για τους λεκέδες στα χαλιά. Τους λεκέδες της ψυχής να σε κόφτει. Εκεί, κι έδειξε με το δάχτυλο της την καρδούλα μου, κανέναν μην αφήσεις να λεκιάσει, ούτε εσύ η ίδια.», με είπε και πως μου ήρθε, πήδηξα από το κάθισμα και την αγκάλιασα και μύριζε ολάκερη πορτοκάλι. «Άντε πήγαινε κοκόνα μου κι άργησες.», με ορμήνεψε και σα έφτασα στην πόρτα την ξαναρώτησα γιατί τρίβει πορτοκάλι στο λαιμό της. «Α!, με λέει. Ο άντρες είναι σα τα σκυλιά. Σα έρχουνται ξαναμμένοι το πρώτο πράμα που βλέπουν είναι πορτοκάλια και σα φεύγουν από την κάμαρα μου, μυρίζουν μοναχά πορτοκάλι όπως κι οι γυναίκες τους. Μα σα δουν πορτοκάλι στο διαβά τους, εμένα ενθυμούνται και πάλι.» και μου ‘κλεισε πονηρά το μάτι.»

- Και τι ορέχτηκες μαρή γρια γυναίκα πορτοκάλια;, τη διέκοψε η κυρά Κατίνα.
- Κάρναξε εσύ, της είπε η γιαγιά μου. Φτιάξε εσύ κόλλυβα για το Μιχάλη κι άσε με εμένα με την πορτοκαλόπιτα μου.

- Αϊντε! Σκοτίνιασε κι εσύ έχεις ακόμα διάβασμα, μου απεύθυνε κι έδωσε σήμα να διαλυθεί η παρέα. Να με φέρεις κόλλυβα αύριο, ακούς, φώναξε στην κυρά Κατίνα και να με πεις τη συνέχεια του σίριαλ. Τον πιάσανε τον απαγωγέα;, ρώτησε.
- Ουού, τον πιάσανε και τον μαντρώσανε και καλά του κάνανε, έκανε η κυρά Κατίνα.
- Αύριο Κατίνα μου αύριο, την έκοψε η γιαγιά μου, ξέροντας πως άμα καθότανε θα άκουγε το σημερινό κι όλα τα επόμενα επισόδεια της σειράς.
- Καληνύχτα κυρά Μαρία, έκανε η κυρά Αγγελική.
- Καληνύχτα Αγγέλα και χαιρετισμούς στο Νίκο.
- Θα του δώσω.
-Άντε καλή σου ώρα κι σένα, έκανε στη Σταυρούλα.
- Καληνύχτα κυρά Μαρία. Και να ξέρεις, εμένα με έχεις παρεξηγήσει, της έκανε παράπονο.
- Συμπάθα με βρε Σταυρούλα, γρια γυναίκα είμαι, έχω κι εγώ τις λόξες μου, της είπε κι σα απομακρύνθηκε είπε στον εαυτό της «Που κακό χρόνο να μην σ’ έβρει. Άσφαιρος δεν ήταν ο Βαγγέλης πριν σε πάρει; Δυο γάμους έκανε κι εσύ που τα βρήκες τα δίδυμα;
Άναψε τότε κι η εξώπορτα της της Ελευθερίας και την χαιρέτισε η γιαγιά μου και πάλι.
- Καλή νύχτα κυρά Μαρία!
- Καλό ξημέρωμα Ελευθερία! Και σε σένα λεβέντη!, έκανε στον αγαπητικό και σα να τον είδα να κοκκινίζουν και τα αυτιά του.

Την επόμενη μέρα, σα γύρισα από το σχολείο και κατά το καθιερωμένο μου πέρασμα για φαγητό στη γιαγιά, ανεπρόκοπη η μάνα μου φαϊ δεν είχαμε ποτέ στο σπίτι, μου είπε: «Έλα γιαβρί μου, κάνε μου τη χάρη και τρίψε με τα πορτοκάλια που τα χέρια μου δε βαστούν.» Κι έπιασα τον τρίφτη στο «ροντέ» για τρια πορτοκάλια.

«Τα πορτοκάλια να τα δουλεύεις την επόμενη μέρα. Νάζια σε κάνουν σα τα κόψεις και τα αρώματά τους δε στα δίνουν αμέσως, μοναχά την αυριανή. Στο ψιλό να τα τρίβεις κι αμέσως μέσα σε χλιαρό γάλα να τα βάλεις. Άστα εκεί να μουλιάσουν , νάζια να τους κάνεις κι εσύ και να δεις τι άρωμα θα σε δώκουν. Χτύπα τώρα τρία αυγά με μια κούπα ζάχαρη και σα διαλυθεί καλά, καλά όμως διαφορετικά στο ψήσιμο θα σε κάνουν κεντητά, ρίξε το γάλα με το ξύσμα και χτύπα τα κι πάλι. Πορτοκάλι πρέπει να μυρίσει κι ούχι αυγουλίλα. Πρόσθεσε τώρα τον έναν κεσέ στραγγάτο, από βραδύς να το βάλεις σε τούλι και να το δέσεις σε κουτάλα να στραγγίζει. Γιαούρτια είναι ω ρε τώρα που φτιάνουν; Μες το νερό κι άγευστα είναι. Εμπάς περιπτώση, αν δεν είναι καλό το γιαούρτι, ταϊσέ το ένα τόσο δα κομμάτι μαγιά κι άστο στο τούλι ολονυχτίς.

 Βάνε τώρα το γιαούρτι και χτύπα το με δυο πιρούνια στ’ αυγά. Μη βάλεις μίξερ κακομοίρη μου τώρα σε ‘φαγα, θα κόψει και το γάλα και το γιαούρτι. Βάνε το τώρα στο ψυγείο και περίμενε. Τι περίμενε; Άπλωσε τώρα τα φύλλα κρούστας κι άπλωνε με πινέλο ελαφριάς τρίχας το λιωμένο βούτυρο. Τρία  τέταρτα  αγελαδινό κι ένα τέταρτο  κατσικίσιο. Τρία φύλλα βάνε στο ταψί σταυρωτά και τα υπόλοιπα κόψτα κορδέλες με το ψαλίδι. Φέρε τώρα την κρέμα μα μην την κουνάς! Εμένα ένας Γάλλος μάγειρας, με είπε να βάνω μισό κουταλάκι μπεϊκιν πάουντερ. Αφρατεύει η κρέμα με λέει και να κοίτα πόσο φουσκώνει τώρα. Ρίχνε την τώρα απαλά στο ταψί και με τρέμουλο άστηνα να καλύψει το ταψί. Ρίξε τώρα απαλά τα κρόσσια του φύλλου κι απαλά, απαλά σε είπα βρε, πασπάλισε λίγο το βούτυρο. Μη βιάζεσαι κι κράτα και λίγο για μετά το ξεφούρνισμα. Βάνε την πίτα τώρα στο φούρνο, τι βρε χα¨βάνι, δεν άναψες το φούρνο πρωτύτερα; 180 βαθμούς μπρε να τονέ βάνεις, αλλιώς δεν φουσκώνει το γλυκό. Τι  πόση ώρα; Μα καλά τίποτις δε σε ‘μαθα; Τριαντά πέντε λεπτά θα το αφήκεις. Φτάνει ο χρόνος για το σιρόπι.

Άκουγε τώρα. Θα μετρήσεις πρώτα το χυμό από τα πορτοκάλια.Το σιρόπι θέλει τρεις κούπες ζάχαρη κι τέσσερις νερό. Όσες κούπες σε δώκουν τα πορτοκάλια συμπλήρωσε μετά σε νερό. Μα μην τα στίψεις πολύ. Σα το παρακάνεις όλο πίκρα θα σε δώκουν, σα τους ανθρώπους ένα πράμα. Και δοκίμασε τη γλύκα τους, ε; Η πολύ η γλύκα είναι σα τα ψέματα. Σ’ αρέσουν στην αρχή μα μετά ξελιγώνουν. Να κόψεις λίγο τη ζάχαρη. Τι πόσο; Εμπειρία λέγεται αυτό βρε γιαβρί μου, από τη ζωή θα το βρεις. Εμένα ποτές δε μ’ άρεσαν τα βαριά σερμπέτια, όπως τα γλυκόλογα. Ρίξε τώρα και τις φλούδες, όλες γεια! Να πάρει άρωμα. Πολλοί βάνουν και κανέλα μα εμένα μ’ αρέσει το μοσχοκάρυδο. Μια φέτα μονάχα! Πορτοκάλι είπαμε να μυρίζει. Άκου με τώρα. Το σιρόπι θέλει δυνατή φωτιά μα όχι βιάση. Σα τη γυναίκα. Σα βιαστείς θα την κάψεις και θα πικρίσει. Σα αργείς δε θα δέσει. Μα σα δεις το χρόνο της, μελώνει βρε γιαβρί μου και γλυκαίνει. Από που θα το καταλάβεις; Βρε μιλάει η ζάχαρη. Από τις μπουρμπουλήθρες της θα το δεις. Μεγάλες σα εικοσάρικο σα γίνει έτοιμο είναι. Κι αν είσαι μπουνταλάς, στάξε μια σταγόνα σε πιάτο κι άστηνε να τρέξει. Σα σταματήσει στα τρία δάχτυλα έτοιμο είναι. Θα έχει γίνει και η πίτα. Μα μην βιαστείς! Βγάνε την πίτα πρώτα κι όσο είναι καυτή, ράντισε την βούτυρο. Κι αν έχει κρυώσει βρε, ζέστανε το λίγο, λεκέ θα σε κάνει πάνω στο φύλλο, μα πολλοί θα το δουν, λίγοι τα το προσέξουν. Όμως όταν κάνεις κάτι, να το κάνεις με την καρδιά σου. Θα το δεις εσύ εκεί μπρε, θα το αφήκεις; Ου κι αλίμονο σου! Καλύτερος μπρε να γένεις κι ας μην το ξέρουν πολλοί. Εσύ να ξέρεις πως έδωκες τον άριστον εαυτό σου.

Άστα τώρα να κρυώσουν λίγο. Το γλυκό να μην σε κάιει το δάχτυλο και το σιρόπι τα χείλι. Μη και βάλεις δάκτυλο, ούτε δοκιμασμένο κουτάλι. Μέχρις αύριο θα έχει ζαχαρώσει κι πάει χαμένος ο κόπος σου. Σα τα επαναλαμβανόμενα ψέματα. Γλύκα σε δίνουν μα σα δεις την όψη τους…Πφφφ! Στάξε τώρα το σιρόπι. Αργά αργά και με το μέτρο. Θα σε πει εκείνο πόσο θέλει. Άλλοτε πολύ, άλλοτε λίγο, μα να μην κολυμπά βρε τζιέρι μου στη ζάχαρη. Ξεσκούντησε κάθε τόσο και λίγο το ταψί και κοίτα πόσο μαζεύεται στη γωνιά. Σα περνά το δάχτυλο το παράκανες, σα είναι πιο λίγο, διψά για κατιτίς ακόμα, σα το ψέμα. Άστο τώρα να καλμάρει. Κι από το ψέμα κι από το σιρόπι. Μη βιαστείς τώρα  να το σερβίρεις. Την αυριανή είναι πιο νόστιμη. Εμένα μ΄αρέσει να τηνε τρώω με παγωτό καϊμάκι, αϊ ντε και βανίλια. Μα χειμώνα σα είναι τα πορτοκάλια, ένα σφηνάκι κονιάκ να του έχεις του μουσαφίρη σου και το νου σου μη σου κάνει «Αρμένικη» βίζιτα.»

-Άντε βρε κυρία Μαρία την έκανες την πορτοκαλόπιτα;, φώναζε η κυρά Αγγελική από το αντίπερα μπαλκόνι.
- Παγωτό καϊμάκι έχεις να την σερβίρεις;, ρώταγε η γιαγιά μου.
-Όχι! Έχει ζάχαρο ο Νίκος και δεν τρώμε γλυκά στο σπίτι.
- Και ποιος θα την βρε την  πίτα;
- Εγώ κι ο Σταύρος!
- Ε, αν είναι για τον Σταύρο, καλοφάγωτα!, και με έστειλε με το μισό ταψί στην κυρά Αγγελική, που αν ήμουν κορίτσι, το προξενιό  θα το είχε καμωμένο.

- Να πας και στην Κατίνα ένα κομμάτι και στην Ελευθερία άλλο ένα.
- Καλά ρε γιαγιά! Πορτοκαλόπιτα έκανες ή κόλλυβα και μοιράζεις στον κόσμο;
- Σιωπή εσύ! Έτσι μνημονεύω εγώ τους πεθαμένους μου.

Σα μείναμε οι δυο μας με δυο κομμάτια πορτοκαλόπιτα γαρνιρισμένα με παγωτό καϊμάκι, την ρώτησα αν σα σήμερα πέθανε η Ελευθερία ή Λεϊλα.
- Όοοχι!, αποκρίθηκε εκείνη. Θαρρώ πως έζησε για χρόνια ακόμα. Μα τέτοια μέρα ήτανε που χτύπησε τη πόρτα του σπιτικού μας. «Να μπει η παστρικιά στο σπίτι μας;, ωρυόταν η θειά μου. «Κάρναξε!» της είπε η γιαγιά μου και στη Λεϊλα « Καλοσήρθες κοκόνα μου. Τι σε φέρνει στο σπιτικό μας; Μη και δε σε φτιλαξαμε καλά τα φουστάνια;»
- Όχι κόνα Φώτο! Αλίμονο. Η καλύτερη της Σμύρνης είστε. Μα να… Ξέρετε… Από το σπίτι μου περνάνε πολλοί…
- Εμ, πως! Δεν είναι σπίτι αυτό, της είπε η θεια.
- Κάρναξε, σε είπα, της είπε η γιαγιά στραβοκοιτώντας την.
- Δεν πειράζει κόνα Φώτο. Δεν πειράζει. Απλά να… Σφαγές ετοιμάζονται στη Σμύρνη. Να πάρετε την κόρη σας και το Μαράκι και να φύγετε κι χλώμιασε η δόλια. Και τώρα με συγχωρείτε, πρέπει να φύγω.
- Μα κάτσε κοκόνα μου, ούτε που σε φιλέψαμε κάτι.
- Δεν πειράζει πειράζει κόνα Φώτο. Με φιλέψατε την αξιώση σας. Λιγο το έχετε αυτό; Αντίο Μαράκι, με είπε και μου χαϊδεψε το μάγουλο. Τα πορτοκάλια να θυμάσαι, με ορμήνεψε και ήταν η τελευταία φορά που την είδα.

Μήνες αργότερα έγινε η σφαγή. Το φευγελιό μας ετοιμάζαμε στη φτωχομάνα Θεσσαλονίκη μα δεν προκάμαμε. Σχωρέθηκε η γιαγιά μου και μας προλάβανε οι Τούρκοι.

Σαν έφερε τη μάνα σου ο πατέρας σου μια κουβέντα του είπα μόνο. «Δε με νοιάζει από που την έφερες, εγώ Ελευθερία θα τηνέ φωνάζω. Τόσο άνοιξε η ψυχή μου σα την είδα. Να την αγαπάς γιαβρί μου τη μάνα σου. Και σα ΄ρθει η ώρα, να τηνε σχωρέσεις.»


Κι εγώ κάθομαι και κοιτάζω το άοσμο πορτοκάλι κι αναλογίζομαι το  πόσο γέρος αισθάνομαι κι αν ήρθε η ώρα να τη σχωρέσω τη μάνα μου.